Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

ΨΑΡΕΜΑ ΜΕ .....ΤΟΝ ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗ

                                     
  ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΓΑΛΑΝΗ ΘΕΑ

Το γεγονός που θα περιγράψω παρακάτω είναι ίσως η πρώτη ολοκληρωμένη ψαρευτική μου εμπειρία πέρα από κάτι αχνές εικόνες που έχω με πεταχτάρια την ώρα του μπάνιου με δόλωμα της στιγμής που μου έκανε την χάρη να τα πετάει ο πατέρας μου και να τα ψαρεύω εγώ. Βλέπετε η αρματωσιά ήτανε ψηλότερη από μένα.





Βρισκόμαστε αν θυμάμαι καλά προς το έτος 1980 και εγώ ήμουνα δεν ήμουνα 8 χρονών. Εμπειρία από ψάρεμα σχεδόν ανύπαρκτη, αγάπη όμως απεριόριστη. Κάτι ιδιαίτερα περίεργο αφού ο πατέρας μου είναι βουνίσιος (Καστοριανός) και η μητέρα μου καμπίσια (Λαρισαία). Είναι όμως να έχεις το γονίδιο μέσα σου. Λίγο οι ψαράδες που έκανα χάζι, λίγο οι απεριόριστες ώρες που θα έπρεπε αξιοποιηθούν και κόλλησα. Βλέπετε τότε στα Μεσάγγαλα δεν υπήρχε καν ηλεκτρικό. Μόνο λάμπες πετρελαίου για φως και παγοκολώνες για ψύξη. Ατελείωτη η μέρα και κυρίως η νύχτα.
Δίπλα μας παραθέριζε – και ακόμα παραθερίζει ο θείος μου ο Αντώνης. Βολιώτης στην καταγωγή και μέγας ψαράς. Τον θείο μου που λέτε όλοι όσοι είχανε βάρκα στη γειτονιά τον θέλανε μαζί τους. Πέρα από ικανότατος ψαράς, είναι και σπαθί χαρακτήρας. Στρατιωτικός μια ζωή βλέπετε….τα έλεγε και τσεκουράτα. Αλλά και χαβαλές μεγάλος όταν έπρεπε. Και σήμερα ακόμα τον παρακαλάνε να πάει μαζί τους.
Ένας από τους παλιούς ψαράδες της περιοχής ήτανε και ο κυρ Θανάσης, ένας καλός αλλά γκρινιάρης άνθρωπος, ο οποίος όμως διέθετε ένα από τα….πλοία της περιοχής. Μια βαρκάρα 4.20 περίπου με κάγκελα μπροστά, με μηχανή με καπάκι, οκτώ ολόκληρα άλογα, και όχι αυτές τις παλιές τις seagull τις γυμνές που κάνανε θόρυβο σαν τράτες και βγάζανε δεν βγάζανε 2-3 ίππους. Αστέρι ο κυρ Θανάσης. Τι να τα κάνει τα λεφτά όμως. Γεροντοπαλίκαρο (εξ ου και η γκρίνια).
Σχεδόν κάθε σούρουπο που λέτε ο μπάρμπας μου έπαιρνε τα ψαρικά του και κινούσε προς το σπίτι του κυρ Θανάση για να τον πάρει για την καθιερωμένη καθετή. Μαζί του και το δόλωμα, το οποίο το μεγαλύτερο μέρος το μάζευα εγώ. Θεωρούσα βλέπετε ότι με αυτόν τον τρόπο έπαιρνα μέρος κι εγώ στις ολονύκτιές του εξορμήσεις.
Κάθε βράδυ σχεδόν η ίδια ιστορία. Καθόμουνα και κοιτούσα τον θείο μου που πήγαινε να σαλπάρει για την χώρα της γαλήνης. Και κάθε βράδυ ο ίδιος καημός. Και κάθε βράδυ οι ίδιες μεγάλες προσδοκίες. Ότι αύριο θα είναι η δική μου η μέρα και θα με πάρουν μαζί τους. Λίγο καιρό μετά ξεθάρρεψα και πήγαινα κι εγώ μαζί με τον θείο μου στην παραλία μπας και με δει και με συμπαθήσει ο κυρ Θανάσης. Μπας και βοηθήσω λίγο και κρίνει αναντικατάστατη την παρουσία μου. Μάταια όμως.
Οι σπόντες στον θείο μου ακολουθούσαν η μία την άλλη: «θείε πες τον κύριο Θανάση να με πάρετε κι εμένα μαζί σας». Η απάντηση κάθε φορά η ίδια «κάνε υπομονή». Αλλά πόσο υπομονή μπορεί να κάνει ένα παιδί?
Το σκηνικό συνεχιζότανε μέρες ώσπου κάποια στιγμή έσκασε η ερώτηση: «Πασχάλη αύριο το πρωί θα πάμε για τσαπαρί με τον κυρ Θανάση. Θέλεις να έρθεις? Θα ξυπνήσουμε νωρίς όμως.» Έχασα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Μπορεί να ήμουνα μικρός αλλά ήξερα ότι η εμπειρία αυτή θα μου αλλάξει τη ζωή. Μην με ρωτάτε πως. Απλά το ήξερα. Είναι περιττό βέβαια να σας αναφέρω ότι δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ.
Αφού σχεδόν κατέστρεψα σκεπάσματα και κρεβάτι από τα στριφογυρίσματα, άκουσα κάποια στιγμή τη φωνή της μητέρας μου, απρόθυμα να με ειδοποιεί ότι θα έπρεπε να σηκωθώ. Πετάχτηκα αμέσως πάνω και μέσα σε πέντε λεπτά είχα ντυθεί, στολιστεί και με το τσαπαρί στο χέρι περίμενα τον θείο μου. Μαζί μου είχα και τα βατραχοπέδιλα τα οποία με ανάγκασε να πάρω μαζί μου η μητέρα μου ως απαραίτητη προϋπόθεση για να πάω στο ψάρεμα.
Με τα πολλά βρεθήκαμε στην βάρκα. Νύχτα ακόμα. Πρώτος μπήκα εγώ και κάθισα μάλιστα στη προνομιακή θέση την πλώρης, μετά ο θείος μου και στην θέση του οδηγού ο κυρ Θανάσης. Λάδι η θάλασσα. Ένα τελευταίο σπρώξιμο με το κουπί και αυτό ήταν. Μόνο νερό βρισκότανε γύρω μας εκείνη την ώρα. Τι κι αν ήμασταν 3-4 μέτρα από την ακτή.
Την ησυχία χάλασαν οι μανιβελιές και ο θόρυβος της μηχανής. Το ταξίδι είχε κιόλας αρχίσει. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχανε ξεπροβάλει κι εγώ γερμένος μπροστά προσπαθούσα να δω τον βυθό που σιγά σιγά χανότανε όσο μεγάλωνε το βάθος. Κάποια στιγμή είδα έγινε σκούρος, ένδειξη ότι περάσαμε την φυκάδα. Λίγο αργότερα μαύρος. Λέξη δεν έβγαζα. Και πως μπορούσα άλλωστε να βγάλω.
Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, η μηχανή σταμάτησε. Μόνο τότε ανέβασα το κεφάλι και κοίταξα γύρω μου και τι να δω. Το χάος. Δίπλα μας τα μεγάλα ψαροκάικα μαζεύανε τα παραγάδια τους. Η ακτή άφαντη. Μόνο κάποιες κορυφές δένδρων φαινότανε, ίσα ίσα για να ξέρουμε κατά που να πάμε στον γυρισμό. Ο κυρ Θανάσης έριχνε ήδη το τσαπαρί του μετρώντας με το άνοιγμα των χεριών του την μισίνα που άφηνε. «Καλά είναι», είπε κάποια στιγμή «60 οργιές». Μου εξήγησαν ότι μια οργιά είναι περίπου δύο μέτρα οπότε θα ψαρεύαμε σε βάθος 100-120 μέτρων περίπου.
Ξετύλιξα με προσοχή ένα ένα τα 10 αγκίστρια από το τσαπαρί μου και άφησα την αρματωσιά να κυλάει γοργά προς τον βυθό. Τέρμα διαδρομής για τα 100 μέτρα μου και άρχισα κι εγώ να κουνάω πάνω κάτω την πετονιά η οποία σταδιακά άρχισε να βαραίνει, ένδειξη ότι είχανε πιαστεί ψάρια. Και εκεί άρχισε η επώδυνη διαδικασία του λεβαρίσματος. Διότι δεν είναι και λίγο πράγμα για ένα παιδί 8 χρονών περίπου να τραβάει μια αρματωσιά στην οποία είναι κρεμασμένοι 5 μεγάλοι κολιοί απ’ όποιο σημείο του σώματός τους θες και να κάνουνε και κεφάλια!!
Με τα πολλά μαζέψαμε σχεδόν ένα κουβά ψάρια. Η συχνότητα των τσιμπημάτων άρχισε να πέφτει όμως και έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε μέρος μπας και ξαναπετύχουμε το κοπάδι. Έλα όμως που ο κυρ Θανάσης κάθισε πάνω στα γυαλιά του και τα έσπασε. Έμεινε έτσι πρακτικά τυφλός. Δεν άκουγε κιόλας. Οπότε έβαλε μπρος την μηχανή δίχως να προσέξει ότι εγώ λεβάριζα ακόμα. Ούτε άκουσε όταν με την ντροπαλή φωνή μου του είπα να σταματήσει.
Ξάφνου ακούγεται ένα μπάμ και σβήνει η μηχανή. Πάγωσα. Η προπέλα είχε πάρει ένα μεγάλο μέρος της 60άρας μισίνας και τα κακάρωσε. Μόλις κατάλαβε ο κυρ Θανάσης τι έγινε άρχισε το πανηγύρι. Οι Χρηστοί, οι Παναγίες και τα σχετικά καντήλια σύννεφο. Προσπάθησα να δικαιολογηθώ αλλά θυμάμαι χαρακτηριστικά τον θείο μου να γυρνά με χαμόγελο και να μου κάνει σουτ με το δάχτυλο στο στόμα.
Να μην σας τα πολυλογώ, τελικά κατεβάσαμε την μηχανή μεσοπέλαγα και την λύσαμε. Ο άξονας μπάχαλο. Μέσα όμως στην ατυχία όμως μας σταθήκαμε τυχεροί γιατί ο άξονας δεν είχε τραβήξει τα αγκίστρια μέσα και δεν έσπασε.
Ο γυρισμός ήτανε μια από τις πιο ήσυχες διαδρομές της ζωής μου. Ο κυρ Θανάσης δεν μιλούσε από τα νεύρα του, ο Θείος μου δεν μιλούσε γιατί είχε μεσολαβήσει να με πάρουνε κι εμένα και εγώ δεν μιλούσα από την στεναχώρια μου γιατί έκαψα την μοναδική ευκαιρία να αποδείξω ότι ήμουνα άξιος να με έχουνε μαζί τους.
Το τέλος μας βρήκε στην παραλία όπου ο κυρ Θανάσης μοίρασε ιδιαιτέρως άνισα υπέρ του την ψαριά.
Τα χρόνια πέρασαν και ο κυρ Θανάσης δεν είναι πια μαζί μας. Ποτέ όμως δεν του κράτησα κακία για τα μπινελίκια του γιατί τελικά μου χάρισε μια εμπειρία μοναδική, την οποία λίγα άτομα στην ηλικία μου είχανε τότε. Κυρ Θανάση καλά να είσαι εκεί που είσαι και να ρίχνεις καμιά καθετή και κανένα τσαπαρί όπως έκανες τότε…….




http://www.psarema.gr

1 σχόλιο:

  1. Επειδη οι παιδικες μνημες μενουν για παντα , πρεπει εμεις οι μεγαλυτεροι να μαθαινουμε και να διδασκουμε την ψαρικη τεχνη στα παιδια.
    Οι παιδικη ψυχη δενει με την γαλανη θεα ,και δημιουργει υπεροχα συναισθηματα για παντα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ