Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Οι πολιτικές πλάνες των Ελλήνων ψηφοφόρων


ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ



Γράφει ο Άρης Αλεξανδρής

Ο κόσμος χωρίζεται σε μνημονιακούς κι αντιμνημονιακούς:

       Μία απλουστευτική κοτσάνα μεγατόνων, που επιχειρεί μανιχαϊστικά και λαϊκίστικα να κατηγοριοποιήσει ανθρώπους, ιδεολογίες και πολιτικές κατά τον τρόπο που συμφέρει εκείνους που εξυπηρετούνται από τον εύκολο διχασμό. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να αγαπάει τα μνημόνια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να ευχαριστιέται τους έκτακτους φόρους και τα μέτρα λιτότητας. Ως προς αυτό, βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι. Εν μέσω κρίσης, δηλαδή, κανείς δεν προτιμάει το μνημόνιο από κάτι ευμενέστερο. Απλώς υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν το μνημόνιο αναγκαία προϋπόθεση για να έρθει κάτι καλύτερο, και άνθρωποι που το αποκηρύσσουν ασυζητητί χωρίς να προτείνουν κάποια εναλλακτική λύση. Επομένως, κάθε νοήμων άνθρωπος είναι ουσιαστικά αντιμνημονιακός, εφόσον κάθε άνθρωπος -ανεξαρτήτως κοινωνικού και οικονομικού στάτους- πλήττεται από το μνημόνιο. Η διαφορά βρίσκεται στην τάση ορισμένων να βαφτίζουν πολιτική άποψη την κατακεραύνωση του προφανούς (ότι το μνημόνιο είναι δυσάρεστο – duh!), να εγκολπώνονται κατ’ αποκλειστικότητα την ιδιότητα του αντιμνημονιακού, να την κομματικοποιούν, και να την ταυτίζουν με τη στείρα αντιδραστικότητα και άρνηση της αλήθειας. Με λίγα λόγια δεν είσαι πιο αντιμνημονιακός από τον διπλανό σου, επειδή ζητάς την άνευ όρων, εγγυήσεων και εξηγήσεων κατάργησή του (τη στιγμή που μόνο αυτό σε χρηματοδοτεί). Είσαι πολιτικά ανήλικος που δεν του αρέσει ο κόσμος, αλλά δεν ξέρει και πώς να τον αλλάξει.

       Η Δεξιά είναι υπέρ του μνημονίου που ταλανίζει τον λαό ενώ η Αριστερά θέλει να το καταργήσει για να μας σώσει:

        Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από κάτι βασικό. Σε κρίσιμες οικονομικά συγκυρίες όπως αυτή, οι έννοιες της Δεξιάς και της Αριστεράς είναι εντελώς άχρηστες, δυσλειτουργικές και ανεδαφικές. Δεν ισχύουν, είναι ξεπερασμένες, πετάχτε τες μακριά. Αφήστε που οι ζωές των περισσότερων πολιτικών πέρα από τα έδρανα είναι ολόιδιες, ασχέτως χρώματος. Από τεχνικής άποψης, υπό ένα καθεστώς χρηματικής δυσπραγίας και λιτότητας ούτε ο δεξιός ούτε ο αριστερός μπορούν να εφαρμόσουν το όραμά τους (αν υποθέσουμε ότι έχουν) όπως επιτάσσει η ιδεολογία τους (εκτός αν πρόκειται για ακραίους δεξιούς ή ακραίους αριστερούς που έχουν στο μυαλό τους ολοκληρωτικά καθεστώτα). Καμία πλευρά δεν θέλει να αφανίσει τον λαό, ούτε βέβαια και να τον σώσει. Όλες οι πλευρές θέλουν μόνο ένα πράγμα: Να επανεκλεγούν κάνοντας πολιτική με το μίνιμουμ της ενέργειάς τους. Σε περίοδο κρίσης, αυτό προϋποθέτει όσο το δυνατόν λιγότερες θυσίες και όσο το δυνατόν μεγαλύτερους εντυπωσιασμούς. Κι εκεί κάπου ξεκινάει το πρόβλημα: Καμία πλευρά δεν θέλει/μπορεί να κάνει τις θυσίες που πρέπει για να αναδιαρθρώσει το κράτος επί της ουσίας, ακριβώς επειδή καμία πλευρά δεν θέλει να δυσαρεστήσει τους ψηφοφόρους της. Συνεπώς, όλες οι κυβερνήσεις μέχρι τώρα εφάρμοσαν τις πτυχές του μνημονίου που δεν θα τις έφερναν αντιμέτωπες με μεγάλα συμφέροντα (μοιράζοντας παράλογους φόρους από δω κι από κει π.χ) αντί να κάνουν δομικές μεταρρυθμίσεις που θα δυσαρεστούσαν αρχικά πολλούς, αλλά στην πορεία θα εξυγίαιναν το κράτος (άνοιγμα επαγγελμάτων, ιδιωτικοποιήσεις, σμίκρυνση του δημοσίου κ.λ.π). Έτσι, όταν επιχειρήθηκε σύγκρουση με το βαθύ δημόσιο από τη Δεξιά (ΕΡΤ) ακολούθησε εκλογική ήττα, και όταν επιχειρήθηκε συντήρηση του κρατισμού (επαναλειτουργία ΕΡΤ, νέοι διορισμοί κ.λ.π) με εν όλω άρνηση του μνημονίου από την Αριστερά, επακολούθησε η οριακή κατάσταση που ζούμε τώρα. Η πρακτική εμπειρία, λοιπόν, αποδεικνύει ότι οι πολιτικοί δεν διακρίνονται σε κακούς μνημονιακούς δεξιούς και καλούς αντιμνημονιακούς αριστερούς . Διακρίνονται σε ανίκανους συγκαλυμμένους κρατιστές και σε δειλούς αλλά δηλωμένους κρατιστές. Η διαφορά τους βρίσκεται μόνο στα φερόμενα ως κίνητρά τους και η ομοιότητά τους στο ότι είναι εξίσου αναποτελεσματικοί και ακατάλληλοι για το κοινό συμφέρον.

        Οι δημοσιογράφοι είναι πουλημένοι επειδή έχουν αφεντικά:

      Αφεντικά δεν έχουν μόνο οι δημοσιογράφοι, αλλά όλοι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Επίσης, αφεντικά έχουν και οι δημόσιοι υπάλληλοι, τα οποία μάλιστα αλλάζουν ανά τέσσερα χρόνια. Όλοι οι εργαζόμενοι τυπικά πρεσβεύουν ένα φανερό ή αφανές συμφέρον, που εκπορεύεται από την επιχείρηση που τους χρηματοδοτεί, είτε αυτή είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού. Όσο μεγάλο, λοιπόν, είναι το κίνητρο της Όλγας Τρέμη να μεταδώσει την είδηση που συμφέρει το αφεντικό της, άλλο τόσο είναι και το κίνητρο του δημοσιογράφου της ΕΡΤ να παπαγαλίσει τη γραμμή του κόμματος που τον διόρισε και θέλει να κρατηθεί στην εξουσία. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι η μεν ή ο δε είναι οπωσδήποτε εξαγορασμένοι. Δεν σημαίνει ούτε το αντίθετο. Σημαίνει ότι το επιχείρημα του “συμφέροντος” ως απόδειξη μεροληψίας είναι σαθρό, γιατί το συμφέρον ενυπάρχει σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις. Επομένως, ακούμε τι έχει να πει ο καθένας (πάντα η μία πλευρά θα αποκαλύπτει αυτό που η άλλη θα αποσιωπήσει – και αντίστροφα) και σχηματίζουμε αθροιστικά ή αφαιρετικά τη δική μας κρίση.

     Οι ξένοι θέλουν το κακό μας και συνωμοτούν εις βάρος μας:

        Η μακραίωνη ιστορία των Ελλήνων σε συνδυασμό με τα δεινά που κατά καιρούς πέρασαν, έχει δημιουργήσει σύνδρομα καταδίωξης, μόνιμη καχυποψία και μια ατέρμονη συνωμοσιολογική γραφικότητα, που δεν φιλτράρονται από τη λογική και τη σκέψη (γιατί συνήθως οι τελευταίες εκλείπουν). Η αλήθεια όμως είναι ότι κανένας εκεί έξω δεν ενδιαφέρεται για το κακό μας, όπως ακριβώς δεν ενδιαφέρεται για το καλό μας. Τα υπόλοιπα κράτη δεν είναι ούτε ο πατέρας μας ούτε ο εχθρός μας – αυτές είναι ιδιότητες που μας αρέσει να τους προσδίδουμε γιατί αποτελούν έναν απλοϊκό κι ανέξοδο τρόπο ερμηνείας και διαχείρισης των καταστάσεων όταν το θυμικό υπερσκελίζει τη λογική και ο λαϊκισμός τη στρατηγική. Τόσο τα κράτη της Δύσης όσο και της Ανατολής διεκδικούν το συμφέρον τους (στενό ή ευρύτερο) κι αυτή είναι η αρχή πάνω στην οποία εδράζονται οι μεταξύ τους σχέσεις. Αυτή είναι και η αρχή που διέπει τις σχέσεις τους μαζί μας. Το ζητούμενο για μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν είναι να κατακεραυνώνει εσαεί τους γύρω της καθώς τους κοιτάει με ζήλια και φόβο να αναπτύσσονται, αλλά να επιλέξει τις σωστές συμμαχίες ώστε να αναπτυχθεί κι αυτή αξιοποιώντας τη βοήθεια και την επιρροή των χωρών που τη συμφέρουν. Από αυτές κάτι θα πάρει (πολιτισμό, ανθρώπινα δικαιώματα, οικονομική ενίσχυση) και σίγουρα κάτι θα δώσει (τα χρωστούμενα, ας πούμε). Ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα και κανείς δεν επιβιώνει μόνος του.

   Δεν έχουμε ανάγκη τους ξένους, έχουμε τον ήλιο, τη θάλασσα και τη δημοκρατία:

      Άλλο ένα αποκύημα του υπερτροφικού Εγώ και της αθεράπευτης προγονοπληξίας των Ελλήνων. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, χωρίς υποδομές και παραγωγική δύναμη. Δεν εξάγει κάτι αξιοσημείωτο, δεν επηρεάζει την οικονομία των άλλων χωρών, δεν παράγει πλούτο από μόνη της. Έχει πράγματι τον ήλιο και τη θάλασσα, καθώς και μια χρήσιμη γεωπολιτική θέση. Αυτά. Η θέση σε συνδυασμό με την ιστορία της τής πρόσφεραν τη δυνατότητα συμμετοχής σε διακρατικούς συνασπισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους της χάρισαν χρήμα, προνόμια και ασφάλεια (ανταποδοτικά, εννοείται, πάντα), -στοιχεία συστατικά της ευμάρειας των τελευταίων δεκαετιών. Χωρίς τις συμμαχίες της και τη συμμετοχή της σε τέτοιου είδους κοινότητες, η Ελλάδα οδηγείται στην απομόνωση, στην εσωστρέφεια και σε ένα υπαρξιακό στάτους εντελώς άσχετο από αυτό που θεωρούν γνώριμο, φυσιολογικό και δεδομένο οι τελευταίες γενιές. Γίνεται τριτοκοσμική, και όχι, τριτοκοσμική δεν είναι μια χώρα με οικονομική κρίση. Τριτοκοσμική είναι μια χώρα στην οποία η κρίση τελείωσε και μαζί της τελείωσαν και τα λεφτά. Τότε είναι που ξεκινάει η φρίκη.

     Τα κανάλια/οι δημοσιογράφοι/οι πολιτικοί/τα trolls του ίντερνετ κάνουν προπαγάνδα:

      Λοιπόν, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι στοιχειώδες. Προπαγάνδα η οποία καταγγέλλεται, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ. Δε νοείται πλύση εγκεφάλου που να γίνεται αντιληπτή από το άτομο κατά του οποίου επιχειρείται. Για να καταγγέλεις την προπαγάνδα κάποιου, αυτόματα παραδέχεσαι ότι είναι αποτυχημένη, ότι έμεινε στο στάδιο της απόπειρας, γιατί προφανώς δεν έπιασε. Όταν μάλιστα καταγγέλεις διαρκώς τα ίδια άτομα για προπαγάνδα, είναι σα να αναγνωρίζεις ότι είναι εντελώς άκακα και ακίνδυνα, αφού όλες οι προσπάθειές τους να σε αποπροσανατολίσουν έχουν πέσει στο κενό. Δεν πείθεσαι, άρα δεν υπάρχει προπαγάνδα. Η προπαγάνδα υφίσταται μόνο όταν έχει επιδράσει στο νοητικό κάποιου χωρίς αυτός να το αντιληφθεί, μόνο όταν έχει δημιουργήσει το επιδιωκόμενο καθεστώς συναίνεσης και συγκατάβασης, πράγμα που εξ ορισμού αποκλείεται όταν 9 στους 10 δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται τα κανάλια/τους δημοσιογράφους/τους πολιτικούς/τα trolls του ίντερνετ γιατί κάνουν προπαγάνδα.

    Οι περήφανοι λαοί λένε όχι στους δανειστές που τους πιέζουν:

       Λογικό σφάλμα. Οι περήφανοι λαοί δεν έχουν δανειστές. Για να έχουν, μάλλον έχουν κάνει μαλακία που καταπόντισε την περηφάνια τους πριν από τους δανειστές. Οι λαοί λοιπόν που έχουν δανειστές και θέλουν να αποκαλούνται περήφανοι, ξεπληρώνουν μέχρι τελευταίας δεκάρας τους δανειστές, οικοδομούν μια οικονομία στιβαρή, τετραπέρατη κι αυτάρκη, και τότε λένε πραγματικό όχι στους δανειστές. Περήφανος δεν είσαι όταν ζητιανεύεις με τους όρους σου, αλλά όταν δεν έχεις την ανάγκη να ζητιανέψεις καθόλου.






http://thecurlysue.com/