Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

ΜΥΚΗΝΑΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ



Μυκηναϊκή Ακρόπολη στη Σίφνο
  Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μας στη Σίφνο, αποφασίσαμε να ανεβούμε ώς τη Μυκηναϊκή Ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα.
Από μακριά είναι άλλο ένα μικρό λευκό σημαδάκι, στην κορυφή των βουνών, φορτωμένο ιστορία αιώνων.
Από κοντά είναι ένα από τα καλαίσθητα έργα που έχουν κάνει οι υπεύθυνοι του Υπουργείου τα τελευταία χρόνια στην περιφέρεια, μάλιστα με τη διαδικασία της αυτεπιστασίας.
Η ανάδειξή του εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Πολιτισμός 2002 - 2006 και φέτος άνοιξε επιτέλους τις πόρτες στο κοινό.


Η ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα βρίσκεται σε κορυφή της λοφοσειράς, γνωστής ως το «το Κάστρο του Αη Ντριά».
Ηδη τον χώρο είχε εντοπίσει από το 1899 ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, ενώ ανασκαφές που έφεραν στο φως μεγάλο μέρος της ακρόπολης διεξήγαγε η έφορος Αρχαιοτήτων, κ. Βαρβάρα Φιλιππάκη, από το 1970 - 1980.

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μεγάλο μέρος του μυκηναϊκού τείχους (12ος αιώνας π.Χ.), που περιβάλλει την ακρόπολη.

Εντός του, ήλθαν στο φως τα ερείπια τουλάχιστον πέντε οικοδομημάτων, μάλλον κατοικιών, από τις οποίες τουλάχιστον μία ανάγεται στη μυκηναϊκή εποχή. Οι άλλες φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα που στεφανώνει την Ακρόπολη και είναι ορατή από μακριά. Οι αρχαιολόγοι εργάστηκαν κατά το παρελθόν σε αντίξοες συνθήκες και ο μόνος χώρος για ανάπαυση ήταν το πανηγυρόσπιτο της εκκλησίας.


Σπάνια το Υπουργείο Πολιτισμού μας έχει ξαφνιάσει τόσο ευχάριστα  Χάρις στις εργασίες του Υπουργείου, ο χώρος απέκτησε νέα πνοή. 
Κατασκευάστηκε μικρό πετρόκτιστο οίκημα που υποδέχεται τους επισκέπτες και άλλο ένα που λειτουργεί ως μικρό μουσείο με χάρτες και αρχαιολογικά εκθέματα. Οι διαδρομές έχουν χωροθετηθεί με ειδικά νήματα. Ο περιβάλλων χώρος είναι φυτεμένος με ενδημικά φυτά, οι φύλακες είναι ευγενέστατοι και φιλότιμοι. Οι μυρωδιές από τον μάραθο και την κυκλαδίτικη γη είναι εκμαυλιστικές και το τοπίο μοναδικό. Το πιο συγκινητικό όμως είναι ο σεβασμός προς τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ένταξή τους σε ένα συνολικότερο σκεπτικό όπου ο επισκέπτης κατανοεί τη ζωή και την καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν εκεί.
Αξίζουν συγχαρητήρια στην Εφορεία Αρχαιοτήτων που ανέλαβε το έργο και αποτελεί υπόδειγμα για μελλοντικές δράσεις ανά την Ελλάδα. Κρατάμε στο νου την υπέροχη θέα και τις γλάστρες με τους φουντωμένους βασιλικούς που δείχνουν τη φροντίδα και την αγάπη των ανθρώπων που εργάζονται εκεί για την αρχαία Ακρόπολη και την όμορφη εκκλησία.


«Εναν καφέ παρακαλώ, αν δεν σας κάνει κόπο»


Μερικές σκέψεις για το επάγγελμα του σερβιτόρου.

«Εναν καφέ παρακαλώ, αν δεν σας κάνει κόπο»

                                                       "Δύσκολο άθλημα ο δίσκος"


 

     Κάποτε, την δεκαετία του '50, είχε κυκλοφορήσει από την αριστερά το σύνθημα πως κινδυνεύουμε να γίνουμε οι σερβιτόροι της Ευρώπης. Αργότερα η κουβέντα αυτή είχε ειπωθεί και από άλλα χείλη πολιτικών, όπως ο Χαρίλαος Φλωράκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό σήμαινε πως εάν δεν βρεθούν σοβαροί επιχειρηματίες που με τη βοήθεια του κράτους θα επενδύσουν στην έρευνα και την υψηλή τεχνολογία, οι επιχειρήσεις της χώρας θα πάψουν να είναι ανταγωνιστικές. Ετσι οι περισσότεροι από εμάς αναγκαστικά θα εξυπηρετούμε τους ξένους που θα απολαμβάνουν τις ομορφιές της χώρας μας.
Φαίνεται πως αυτή η φράση -που χρησιμοποιήθηκε πολλάκις από τότε- μας πλήγωσε πολύ βαθιά, απλοποιήσαμε το περιεχόμενο και καταλάβαμε το εξής: σερβιτόρος=ντροπή. Η υπεραπλούστευση πέρασε από τους γονείς στα παιδιά και φαντάζομαι ότι αναπαράχθηκε σε πολλά σπίτια ως απειλή προς νεαρά βλαστάρια ή ως απόγνωση του τύπου «τι θα κάνω με σένα; σερβιτόρος θα καταλήξεις».
Αποτέλεσμα; Το επάγγελμα να θεωρείται εποχικό, ένα πάρεργο για τα χρόνια των σπουδών, μια προσωρινή λύση προτού έρθει η άλλη δουλειά, η καλή, η αρμόζουσα. Διότι μαζί με τα διάφορα που συνέβησαν στον κοινωνικό ιστό, έφτασε το ελληνικό όνειρο να απαρτίζεται από πολύ συγκεκριμένα πράγματα: αυτοκίνητο (κυρίως τζιπ), πιστωτικές κάρτες, σπίτι και θέση διευθυντού.
Αλλά μέχρι να έρθει η αναμενόμενη θέση μπορεί κάποιος στη νεότητά του να κρατήσει και κανένα δίσκο. Για λίγο. Μέσα του όμως νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί που βρέθηκε να κάνει αυτή τη δουλειά.
Πιστεύω ότι το συγκεκριμένο είναι από τα επαγγέλματα που στιγματίστηκαν τόσο ώστε χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούν κάποιοι σερβιτόροι μοιάζουν να βρίσκονται μόνιμα σε κατάσταση άμυνας. Η στάση τους, η έκφρασή τους, η συμπεριφορά τους έχει αλλάξει. Χωρίς λόγια αλλά με όλους τους άλλους τρόπους νιώθω να κραυγάζουν «είναι προσωρινό αυτό που κάνω, δεν είμαι για εδώ, είμαι για κάπου καλύτερα, έχω ικανότητες που πρέπει να αναγνωρισθούν, δεν είμαι ένας απλός σερβιτόρος της Ευρώπης».
Πάντως, μ' αυτά και μ' αυτά, στη χώρα έχουν διαμορφωθεί χοντρικά τριών ειδών σερβιτόροι. Πρώτοι έρχονται οι φιλοσοφημένοι. Αυτοί δηλαδή που κάνουν τη δουλειά τους με άψογο τρόπο, είναι ευγενείς και εξυπηρετικοί. Θα είχαν την ίδια συμπεριφορά ό,τι και αν έκαναν διότι είναι επαγγελματίες και γνωρίζουν πως είτε είσαι καθηγητής, λογιστής, επιχειρηματίας ή ο,τιδήποτε άλλο, η ουσία είναι να κάνεις αυτό με το οποίο ασχολείσαι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Μετά ακολουθούν «τα φιλαράκια». Πρόκειται για όσους θέλοντας να ξεπεράσουν το σύμπλεγμα της κατώτερης δουλειάς (που νομίζουν πως κάνουν), φέρονται σε εσένα, τον πελάτη, σαν να σε ήξεραν από χθες. Μπορεί και να σε χτυπήσουν φιλικά στην πλάτη, σου κάνουν εξυπνακίστικα σχόλια, σου φέρνουν την παραγγελία σαν να σου κάνουν χάρη, θέλοντας μάλλον να αποδείξουν πως δεν σας χωρίζει κοινωνικό χάσμα. Φυσικά και δεν σας χωρίζει. Αλλά πώς και γιατί να το εξηγήσεις;
Και τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που έχουν μέσα τους θυμό γιατί βρέθηκαν σε αυτή τη θέση. Και τον θυμό αυτό τον βγάζουν με αγένεια, με μούτρα, με νεύρα. Οι δικαιολογίες τους είναι πως δουλεύουν με εξαντλητικούς ρυθμούς και πως οι πελάτες είναι συχνά αγενείς και απότομοι. Σύμφωνοι. Δηλαδή οι υπόλοιποι εργαζόμενοι δεν έχουν πίεση στη δουλειά τους ή μήπως δεν έρχονται σε επαφή με ανθρώπους που μπορεί να είναι παράλογοι, εκνευριστικοί, υστερικοί; Και οι γιατροί, και οι δικηγόροι και όσοι έχουν δική τους επιχείρηση, όλοι τέλος πάντων έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με κάθε λογής συμπεριφορά. Και χυδαία και ευγενική. Δεν θα έπρεπε όμως κανένας εργαζόμενος να επιδεικνύει τέτοια απαξίωση προς εκείνον που εξυπηρετεί. Εχει τύχει να νομίζω ότι το γκαρσόν θα με περιλούσει με τον καφέ που κρατάει. Ή να με κοιτάει με τρόπο που με κάνει να πιστεύω πως εύχεται από μέσα του «στο λαιμό να σου κάτσει». Και αυτό δεν το ανέχομαι. Δεν θέλω να πίνω έναν ρημαδοκαφέ και να με καταριούνται. Τόσο περίεργο είναι;

                                                                                                    




http://www.tovima.gr/blogs/article/?aid=406361
Μελίσσα Στοΐλη